Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

Ο Κολοκοτρώνης, οι Χρυσαυγίτες και η βιομηχανία διώξεων

Στις 16 Απριλίου του 1834, ξεκίνησε η δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και του Δημήτριου Πλαπούτα με την κατηγορία της συνωμοσίας εναντίον του βασιλιά Όθωνα.

Δεν ήταν όμως η πρώτη φορά που φυλακίστηκε. Στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, μετά από ένοπλες συγκρούσεις, ο ίδιος και ο γιος του είχαν συλληφθεί και φυλακιστεί στο Ναύπλιο.

Αν και πρωτοστάτησε στα γεγονότα για την εκλογή του Όθωνα, με την έλευση του τελευταίου το 1832, ο Κολοκοτρώνης έγινε στόχος συκοφαντιών εκ μέρους των πολιτικών του αντιπάλων κυρίως του Ι. Κωλέττη. Συν τοις άλλοις, η βαυαρική αντιβασιλεία (ο Όθων ήταν ακόμη ανήλικος) δυσανασχετούσε έντονα εξαιτίας της φιλοκαποδιστριακής και φιλορωσικής του τοποθέτησης.


Ο Κολοκοτρώνης ήταν κατά τη δεκαετία του 1830 μία από τις ηγετικές φυσιογνωμίες του ρωσόφιλου κομματικού σχηματισμού. Κατηγορήθηκε για εσχάτη προδοσία και συνελήφθη στις 6 Σεπτεμβρίου 1833 μαζί με τον Πλαπούτα, τον Τζαβέλα, τον Νικηταρά και άλλους στρατιωτικούς με την κατηγορία ότι ετοίμαζαν συνωμοσία για την ανατροπή του ανήλικου βασιλιά Όθωνα. Ο Κολοκοτρώνης φυλακίσθηκε στο Παλαμήδι σε ηλικία 63 ετών. Λίγο αργότερα η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη.
Είναι πλέον από όλους αποδεκτό ότι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης δικάσθηκε και πέρασε τόσο καιρό στην φυλακή, για πολιτικούς λόγους. Στην προσπάθειά της η εξουσία να “ασφαλίσει” και να “τσιμεντώσει” την επικράτησή της, δεν δίστασε να ρίξει στα μπουντρούμια τον ίδιο τον γέρο του Μοριά.

Με βάση αυτή την δυστυχή ιστορική επέτειο, η αναφορά στο εγγράφο το οποίο απέστειλαν στην Βουλή οι ανακρίτριες Ιωάννα Κλάπα και Μαρία Δημητροπούλου, όπου επισημαίνουν τον κίνδυνο να αποφυλακιστούν κάποιοι κατηγορούμενοι στην υπόθεση της Χρυσής Αυγής πριν ολοκληρωθεί η δίκη τους, αποκτά μία διαφορετική υφή.
Όπως επισημαίνουν οι δικαστικοί λειτουργοί πρέπει να ολοκληρωθεί άμεσα η δικογραφία, αφήνοντας να εννοηθεί πως υπάρχει καθυστέρηση της Ολομέλειας για την λήψη απόφασης σχετικά με την άρση ή μη της ασυλίας βουλευτών της Χρυσής Αυγής.

H βιομηχανία των νέων διώξεων

Παρόλο όμως που ο κίνδυνος αυτός είναι πραγματικός, κάποιοι “τεχνοκράτες” φαίνεται ότι βρήκαν τρόπο να τον ξεπεράσουν. Και αυτός ο τρόπος είναι μέσω της ασκήσεων νέων διώξεων κατά των προφυλακισμένων, αυξάνοντας επί της ουσίας με αυτό τον τρόπο τον χρόνο τον οποίο μπορούν να βρίσκονται προφυλακισμένοι. Προσθέτοντας κατηγορίες, σε νέες “δικογραφίες” είναι δυνατόν επί της ουσίας να “μηδενίζουν” το κοντέρ της προφυλάκισης που μπορεί να γράφει μέχρι 18 μήνες και αυτό να ξεκινά από την αρχή. Στην προσπάθεια αυτή οφείλεται κατά πάσα πιθανότητα και η κλήση για μία ακόμη φορά τις προηγούμενες ημέρες του Ρουπακιά για να καταθέσει συμπληρωματική απολογία.

Τι φέρεται να υποστήριξε ο Ρουπακιάς στην απολογία του

Στην συμπληρωματική απολογία του ενώπιον των ανακριτριών ο Γιώργος Ρουπακιάς αναφερόμενος στη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, φέρεται να ισχυρίστηκε ότι έβγαλε το μαχαίρι για να τον εκφοβίσει χωρίς ωστόσο να έχει πρόθεση να τον σκοτώσει.
«Δεν ήθελα ούτε να τον σκοτώσω ούτε να τον τραυματίσω. Το μαχαίρι ήταν κλειστό. Θα του το έδειχνα για να τον εκφοβίσω» φέρεται να είπε.

Κατά τη δεκάωρη απολογία του στις ανακρίτριες δεν επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της απολογίας του στην  ανακρίτρια Πειραιά, λέγοντας πως «τα πραγματικά περιστατικά  είναι αυτά που είπα στους ανακριτές του  πρωτοδικείου Αθηνών».
Σε ερώτηση των ανακριτριών τι εννοεί με τη δήλωση «χρυσαυγίτης ούτε γεννιέσαι ούτε γίνεσαι. Χρυσαυγίτης  πεθαίνεις», ο Γιώργος Ρουπακιάς φέρεται να απάντησε πως «η έννοια του χρυσαυγίτη είναι τόσο απλή που σημαίνει να αγαπάς τη πατρίδα σου, να μελετάς την ιστορία της, όχι όπως μας την έχουν διδάξει στα σχολεία αλλά ψάχνοντας την πραγματικότητα».
Αναφερόμενος στην πειθαρχία της Οργάνωσης ο κατηγορούμενος φέρεται να είπε πως «η πειθαρχία δεν ήταν υποχρεωτική σε κανέναν. Ήταν όμως υποχρεωτική στον τρόπο της συμπεριφοράς μας. Να σεβόμαστε το διπλανό μας, να μην οχλαγωγούμε και να μην τσακωνόμαστε», ενώ για τα μηνύματα πειθαρχίας που λάμβαναν στο κινητό τους  τα μέλη της ΧΑ (π.χ όλοι με στρατιωτικά  παντελόνια στη τάδε εκδήλωση, φέρεται να είπε πως εκείνος δεν ήταν αποδέκτης κανενός μηνύματος. «Άλλωστε η ιδιοσυγκρασία μου δεν δέχεται τέτοια μηνύματα».

Στο ίδιο πλαίσιο θα πρέπει σαφώς να μπεί και η άλλη είδηση περί της απαγγελίας κατηγοριών στον Η. Κασιδιάρη. Στη Βουλή θα διαβιβαστεί μέσω της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου η δικογραφία του βουλευτή της Χρυσής Αυγής Ηλία Κασιδιάρη για την βιντεοσκόπηση και δημοσιοποίηση της συνομιλίας του με τον πρώην γραμματέα της Κυβέρνησης Παναγιώτη Μπαλτάκο.
Η Εισαγγελέας Πρωτοδικών που ερευνά την υπόθεση ζητεί από τη Βουλή να αρθεί η ασυλία του βουλευτή για να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του για το κακούργημα της παραβίασης απορρήτου προφορικής συνομιλίας το οποίο θεωρεί πως υπάρχουν ενδείξεις διάπραξής του από τον κ. Κασιδιάρη.

Εάν προσπαθήσει κανείς αποστασιοποιημένα να ανιχνεύσει τα γεγονότα (πολιτικά και νομικά) που οδήγησαν στην άσκηση της κατηγορίας της «εγκληματικής οργάνωσης» σε ένα  πολιτικό κόμμα με κοινοβουλευτική εκπροσώπηση και την επακόλουθη προφυλάκιση των βουλευτών του, θα καταλήξει στο εξής συμπέρασμα: Τόσο η «έμπνευση» όσο και η «εκτέλεση», προσιδιάζουν όχι σε κοινοβουλευτική δημοκρατία δυτικού τύπου, αλλά σε απολυταρχικό καθεστώς.

Περνώντας στην ίδια την ποινική δίωξη ως γεγονός, παρατηρούμε τα εξής: Αν πρόκειται για κοινοβουλευτική δημοκρατία δυτικού τύπου, δηλαδή με εμφανή θεσμική διάκριση των εξουσιών, η ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, χωρίς τη συνδρομή κανενός  υπουργού, από μόνη της αξιολογεί τις πράξεις (και όχι το φρόνημα) και προχωρά στην ευλαβική εφαρμογή της Ποινικής Δικονομίας. Όχι επειδή στις λοιπές περιπτώσεις ποινικών διώξεων η Δικαιοσύνη δεν οφείλει να στέκεται ευλαβικά απέναντι στα θεμελιώδη δικαιώματα των διωκομένων. Αλλά επειδή στην περίπτωση εκλεγμένων αντιπροσώπων του λαού, και η παραμικρή θεσμική εκτροπή θα μπορούσε να αποτελέσει ευθύ πλήγμα στα θεμέλια του Πολιτεύματος.

Του Δημήτρη Παπαγεωργίου 

http://www.elora.gr/